Κρητική
Πολιτεία. Δήμοι ενδοχώρας και
Επιτροπείες Πιστοποίησης Ιδιοκτησιών
Μετά από τον
ατυχή για την Ελλάδα πόλεμο του 1897, η αναστάτωση στην Κρήτη συνεχίζεται, οι
χριστιανοί άρχισαν να συγκεντρώνουν ένοπλα τμήματα και η εκτελεστική των Κρητών
επιτροπή προέβη σε διαβήματα διαμαρτυρίας. Οι μουσουλμάνοι του νησιού
κλείστηκαν στις πόλεις και την ύπαιθρο έλεγχαν οι χριστιανοί επαναστάτες. Οι
σφαγές των μουσουλμάνων της Σητείας και του Σέλινου από τους χριστιανούς[1], καθώς
και η σφαγή των χριστιανών του Ηρακλείου στις 25 Αυγούστου 1898 που έκαναν οι
μουσουλμάνοι[2], οδήγησαν στην αποχώρηση
της Οθωμανικής εξουσίας από το νησί, στη δημιουργία της αυτόνομης Κρητικής
Πολιτείας και στον διορισμό του πρίγκιπα Γεωργίου ως ύπατου αρμοστή της Κρήτης.
Στις 27 Απριλίου 1899, ο Ύπατος Αρμοστής
όρισε Συμβούλιο του Ηγεμόνα (δηλαδή κυβέρνηση) το οποίο συνίσταται από πέντε
Ανώτερες Διευθύνσεις, αντίστοιχες με τα σημερινά Υπουργεία. Οι σύμβουλοι με τις
διευθύνσεις τους ήταν: Ελευθέριος Βενιζέλος της Δικαιοσύνης, Μανούσος Κούνδουρος των Εσωτερικών, Νικόλαος Γιαμαλάκης της
Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και των Θρησκευμάτων, Κωνσταντίνος Φούμης των Οικονομικών και Χασάν Σκυλιανάκης της
Δημοσίας Ασφαλείας.
Το συμβούλιο ξεκίνησε την προσπάθεια να οργανώσει κράτος. Σε αυτό
πρωταρχικό ηταν το έργο της συγκρότησης της τοπικής διοίκησης. Η Κρήτη
διαιρέθηκε σε πέντε νομαρχίες Χανίων, Σφακίων, Ρεθύμνης, Ηρακλείου και
Λασιθίου. Ο νομός Ηρακλείου αποτελείται από τις επαρχίες Τεμένους, Μαλεβιζίου,
Πεδιάδας, Μονοφατσίου, Καινουργίου και Πυργιώτισας. Στην έκταση που καλύπτει ο
σημερινός δήμος Μινώα Πεδιάδας ευρίσκοντο οι δήμοι Καστελλίου Πεδιάδας,
Παναγιάς, Σκινιά και Αρκαλοχωρίου και δυο οικισμοί του δήμου Αγίων Παρασκιών.
Στην εισήγηση μας, παρουσιάζουμε τους δήμους και τα δημογραφικά
στοιχεία που τους αφορούν, τους πρώτους Δημάρχους, Δημαρχιακούς Παρέδρους,
Δημοτικούς Συμβούλους και Δημοτικούς Παρέδρους, στην γεωγραφική περιοχή που σήμερα
απαρτίζει το δήμο Μινώα Πεδιάδας, μετά από την απελευθέρωση της Κρήτης από τους
Οθωμανούς. Στο κείμενο μας διατηρούμε την ορθογραφία της εποχής για τα ονόματα
των οικισμών. Επίσης παρουσιάζουμε τις Επιτροπές, αποτελούμενες από τους
Δημάρχους και εγκρίτους πολίτες της περιοχής, για την πιστοποίηση των
ιδιοκτησιών που αφανίσθηκαν από την καταστροφική μανία των ετών 1896-1899 και
από τα δυο σύνοικα τμήματα του πληθυσμού της Κρήτης[3].
Με το
ηγεμονικό διάταγμα 120 της 11 Φεβρουαρίου 1900, η Κρήτη διαιρείται σε 86
δήμους. Οι δήμοι σαν τοπικές διοικητικές δομές προϋπήρχαν και στο καθεστώς της
ημιαυτονομίας, που προέκυψε από την Σύμβαση της Χαλέπας. Στην
επαρχία Πεδιάδας υπάρχουν οι δήμοι Καστελλίου
και Παναγιάς και στην επαρχία
Μονοφατσίου οι δήμοι Σκινιά και Αρκαλοχωρίου.
Η Κρητική Πολιτεία αμέσως με την ανακήρυξη της πραγματοποίησε απογραφή
του πληθυσμού του νησιού. Η απογραφή διεξάχθηκε την 4 Ιουλίου 1900 και με το
Ηγεμονικό Διάταγμα 96/8 Σεπτεμβρίου 1900 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα
της Κρητικής Πολιτείας. Με βάση την απογραφή αυτή έχομε:
Δήμος
|
Άνδρες
|
Γυναίκες
|
σύνολο
|
Καστελλίου
|
3117
|
3362
|
6479
|
Παναγιάς
|
1613
|
1576
|
3189
|
Σκινιά
|
927
|
846
|
1773
|
Αρκαλοχωρίου
|
825
|
479
|
1305
|
Σύνολο
|
6482
|
6263
|
12745
|
Σε σχέση με την απογραφή του 1881 υπάρχουν σημαντικές μεταβολές, αύξηση
του πληθυσμού στον δήμο Καστελλίου και μείωση στους άλλους δήμους[4].
Συγκεκριμένα ο δήμος Καστελλίου έχει 884 κατοίκους περισσότερους, ο δήμος
Παναγιάς έχει 75 κατοίκους λιγότερους, ο δήμος Σχοινιά έχει 878 κατοίκους
λιγότερους και ο δήμος Αρκαλοχωρίου έχει 1242 κατοίκους λιγότερους. Συνολικά οι
αναφερόμενοι δήμοι έχουν 1311 λιγότερους κατοίκους[5]. Αυτό
οφείλεται στην αποχώρηση των κατοίκων από τα μουσουλμανικά χωριά των δήμων
Σχοινιά και Αρκαλοχωρίου[6].





