Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Δημ. Σάββας "Μοίρες από την Κοινότητα στον Δήμο"

Την Κυριακή 22 Απριλίου στα πλαίσια των εγκαινίων της Βιβλιοθήκης στις Μοίρες παρουσιάζεται το βιβλίο του αξιόλογου πνευματικού ανθρώπου και εξ αγχιστείας Μοιριανού Δημήτρη Σάββα ΜΟΙΡΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΟ. Ο Δημήτρης έχει ασχοληθεί όσο λίγοι με την νεότερη τοπική ιστορία και την πολτιτιστική πρόοδο του τόπου. Ο συγγραφέας, εκτός από την τιμή που μου έκανε να προλογίσει το βιβλίο μου για το το Πρακτικό Γεωργικό Σχολείο Μεσαράς, με τίμησε με την εμπίστοσύνη του για μιά πρώτη ανάγνωση των χειρογράφων του βιβλίου του για τις Μοίρες. Τον ευχαριστώ και για τα δυό. Παραθέτω ένα απόσπασμα πού αναφέρεται στο Μοιριανό παζάρι.


ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ  ΣΤΙΣ ΜΟΙΡΕΣ

«Ήταν δύσκολα παιδί μου εκείνα τα χρόνια. Πόλεμοι, στερήσεις, βάσανα, κακουχίες, φτώχεια και κακομοιριά. Έπρεπε όμως να επιβιώσουμε, να ζήσουμε κι εμείς και τα παιδιά μας. Θαρρείς ήταν εύκολο πράγμα; Δεν υπήρχαν οι σημερινές ανέσεις, η τωρινή πρόοδος και εξέλιξη. Όμως δόξα το Θεό μεγαλώσαμε, ζήσαμε κι εμείς και τα παιδιά μας[1]»

             Κάπως έτσι θέλησε να με «προσγειώσει» στην αλλοτινή σκληρή και πέτρινη πραγματικότητα εκείνων των χρόνων ο μακαρίτης ο παππούς μου, ο πατέρας του πεθερού μου, Γεώργιος Ζαχαριουδάκης ή Ζαχαριάς, όπως οι περισσότεροι τον γνώριζαν. Μου μιλούσε συχνά για τα βάσανα και τους κόπους, για τις δυσκολίες εκείνης της πραγματικά πέτρινης εποχής. Τότε που με το γαϊδουράκι έπρεπε να μεταφερθούν τα εμπορεύματα από τα γύρω χωριά, για να πουληθούν στις Μοίρες. Ο παππούς μου έμενε στα Πηγαϊδάκια και προτού εγκατασταθεί στις Μοίρες, κάτι που έγινε μεταπολεμικά, έπρεπε με το γαϊδουράκι με τις εντολές του πατέρα του, του «κύρη» του όπως έλεγε, να μεταφέρει κάθε Σάββατο, βαθιά χαράματα, τις μυζήθρες και τα τυριά από το χωριό του, τα Πηγαϊδάκια στις Μοίρες. Εκεί γινόταν το παζάρι και έπρεπε να τα πουλήσει. Τα υπόλοιπα τα γύριζε στο χωριό. Δεν ήταν ο μόνος ! Και άλλοι συνομήλικοί του έκαναν το ίδιο, πουλώντας ο καθένας ό,τι έβγαζε.
Ο θεσμός του Μοιριανού παζαριού ήταν κάτι σημαντικό. Από τότε που οι Μοίρες ήταν το εμπορικό κέντρο της περιοχής. Κάθε Σάββατο η πόλη των Μοιρών αποκτούσε και αποκτά ένα διαφορετικό χρώμα, μια όψη όχι και τόσο συνηθισμένη. Καταφθάνουν λογής λογής επισκέπτες, παλιότερα με τα ζώα τους, σήμερα με τα αυτοκίνητά τους, για να δουν,  να περπατήσουν μα και να αγοράσουν.
Σήμερα η πρόσβασή τους είναι πολύ εύκολη, άλλοτε όμως, γινόταν μόνο με τα ζώα. Ο κάθε επισκέπτης τότε έδενε το γάιδαρό του (στην κυριολεξία) κάτω σε μια αλάνα στον Πομπιανό δρόμο. Πρώτο μέλημά του ήταν να πάει να κουρευτεί και να ξυριστεί, να πιει το καφεδάκι του και στη συνέχεια, σύμφωνα με παραγγελίες της κεράς του να ψωνίσει τα αναγκαία για τη φαμίλια του. Πολλές φορές όμως «χαλούσε» η δουλειά. μη δυνάμενος να αντισταθεί στις ¨Σειρήνες του Διονύσου», όπου φίλοι και συγχωριανοί τον καλούσαν στα τότε οινομαγειρεία των Μοιρών. Αφού καθόταν τότε είχε ο Θεός! Ποτηράκι-ποτηράκι συνοδευόμενο με γνήσιους εκλεκτούς μεζέδες, τον έκαναν να ξεχάσει τα βάσανα και τις σκοτούρες της καθημερινής ζωής του. Μαζί μ΄ αυτά όμως ξεχνούσε και τις παραγγελίες και τα υπόλοιπα, αλλά ευτυχώς υπήρχε ο γάιδαρος, ο οποίος γνώριζε το δρόμο της επιστροφής !
Σχετικό δημοσίευμα μας παραπέμπει σ’ εκείνη την εποχή[2]:
«Υφασματοπωλεία, παντοπωλεία, υποδηματοποιεία, με είδη και πλούτο ανάλογα προς την περίστασιν, είναι αραδιασμένα στην ίδια πλατεία. Άλλα προπαντός καφενεία και μαγερεία πολλά. Και όμως όσο πολλά και αν είναι δεν χωρούν τις πραμάτειες που εκομίσθησαν από πάσης γωνίας της Μεσαράς, για να πουληθούν στο παζάρι. Δια τούτο και απλώνονται καταμεσής του δρόμου, κάτω από το υπόστεγο, στις γωνιές παντού όπου υπάρχει τόπος και χώρος, τσουβάλια και πατανίες και πάνω σ΄ αυτές αραδιάζονται τα πωλούμενα προϊόντα της γης και της τέχνης. Μα τι προϊόντα! Κάποιος έχει απλώσει κατάχαμα, ολόκληρο αχτάρικο. Κανέλλα, γαρέφαλα, πιπέρια, χαβάνια, θυμιατό, τεψιά, παλιοσίδερα, κλειδαριές, αλυσίδες, σχοινιά, χάρτινες αγιογραφίες, ό,τι ποθήσεις και ό,τι θυμηθείς!
Δίπλα του άλλος έχει ένα σωρό τσουβάλια με θειάφι, με αλεύρι, πατάτες, ζάχαρη, αλάτι και όλα τα συναφή είδη μπακαλικής. Παραπάνω ατελεύτητη σειρά από πρόχειρους πάγκους, με πιοτά, καραμέλες, στραγάλια, υφάσματα, κεραμιδόσκορδα και ψιλικά και στη μέση το θαύμα των θαυμάτων, ο λοταρτζής!
Ένα τραπέζι με ρολόγια, ταμπακιέρες, πορτοφόλια και άλλα αντικείμενα αξίας οπωσδήποτε αρκετής. Ένα στεφάνι με αριθμούς που γυρίζει και στέκεται αναλόγως, που το έχει κανονίσει ο σοφός επιχειρηματίας τ΄ αδερφάκι ο τραυματίας, που κάθεται σοβαρός στον πάγκο και ο βοηθός του που ξελαρυγγίζεται φωνάζοντας πως «παίρνει τέλος» και μοιράζει τα νούμερα «μια δραχμή το ένα», «διόμισυ τα τρία», «πέντε τα έξε». Είναι το μεταπολεμικό λωποδοτικό σύστημα με την ανοχή και προστασία μάλιστα των αρχών, που χορηγούν τη σχετική άδεια.
Πλησιάσαμε και αφού παραδώσαμε μία δραχμή πήραμε ένα νούμερο. Γύρισε ο κύκλος και η βελόνη στάθηκε στο νούμερο δώδεκα, που αντιπροσώπευε ένα ξυπνητήρι. Αλλά δυστυχώς οι καρτέλες που κρατούσαμε όλοι οι ευήθεις, δεν είχαν τέτοιο αριθμό. Έτσι από περιέργεια ερωτώ τον λαμπρό επιχειρηματία. Ποιος κέρδισε ρε βλάμη;  Εκείνος με κοίταξε με απορία, προφανώς επειδή είχα αναίδεια και μου απάντησε σηκώνοντας τους ώμους του. Εγώ ! Δε βλέπεις πως δεν πουλήθηκαν όλες οι καρτέλες ; Το νούμερο δώδεκα ήταν απούλητο! Και όμως ο «βλάμης» είχε πουλήσει εξήντα αριθμούς, εισέπραξε εξήντα δραχμές και είχε την απαίτηση να πουλεί κάθε πέντε λεπτά από διακόσια νούμερα, για να δεχθεί να χάσει αντικείμενα αξίας τριάντα δραχμών. Εθαυμάσαμεν και απήλθαμεν!  
Όταν ακούει κανείς παζάρι στο χωριό, φαντάζεται βέβαια σχετική φτήνεια, προπαντός βέβαια στα είδη που παράγονται στην επαρχία. Οικτρότατη πλάνη, από την οποία εβγήκαμε κι εμείς στην επίσκεψή μας αυτή. Κατά πρώτον τυρί δεν υπάρχει ούτε για δόλωμα. Αλλά ούτε και αυγά, ούτε και όρνιθες. Υπάρχει όμως κρέας «βοός αροτήρος», ηλικίας σεβαστής θυσιασθέντος και κρεμασθέντος στα τσιγκέλια κάτω από το υπόστεγο, πωλούμενο ως μοσχαράκι γάλακτος κατά δύο δραχμές περισσότερον από την διατίμησιν του Ηρακλείου. Τα αποικιακά εννοείται ακριβότατα και όχι καλής ποιότητας. Εν τούτοις το παζάρι είναι ζωηρότατο και διαρκεί έως τη νύκτα. Συμβαίνει πολλές φορές να συγκεντρώνονται στις Μοίρες που δίδουν βέβαια σαφή αντίληψη της κινήσεως. Άλλωστε οι Μοίρες αποτελούν το σημείον συγκεντρώσεως του εμπορίου της Μεσαράς καθώς και την δίοδο προς όλα τα μεγάλα χωριά της περιφέρειας. Και όταν διορθωθούν οι δρόμοι, θ΄ αναπτυχθεί βέβαια σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό το διεξαγόμενο αξιόλογο και επί του παρόντος εμπόριο, διότι αποτελεί τον αναγκαίο σταθμό από το Ηράκλειο στο Τυμπάκι, Κόκκινο Πύργο, Πόμπια και τα υπόλοιπα κεφαλοχώρια της Μεσαράς. Ως θερινή διαμονή απορρίπτεται παντελώς και δια τη ζέστη και προ παντός δια τους πυρετούς που δυστυχώς μαστίζουν όλη τη θαυμάσια αυτή πεδιάδα»
Η φωτογραφία προέρχεται από ημερολόγιο του Πολιτιστικού συλλόγου Μοιρών.
Μ΄ αυτόν τον τρόπο παρουσίαζε η εφημερίδα «Ανόρθωση» της 20ης Μαΐου 1925, τις Μοίρες και φυσικά το παζάρι των Μοιρών. Σήμερα, με την πρόοδο της Ιατρικής επιστήμης έχουν πάψει οι διάφοροι πυρετοί να μαστίζουν την πεδιάδα της Μεσαράς. Ο δρόμος όμως εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να είναι κακός. Δρόμο τόσα χρόνια ακούμε και δρόμο δε βλέπουμε, λες και κάποιος μας έχει καταραστεί! Δε μιλάμε φυσικά για τον καρόδρομο-χωματόδρομο του 1920, όμως η Μεσαρά θέλει το δικό της δρόμο. Χρειάζεται περισσότερο από κάθε άλλη περιοχή την υλοποίηση αρκετών αναπτυξιακών έργων, γιατί ήταν και εξακολουθεί να είναι κέντρο με σημαντικότατο οικονομικό ενδιαφέρον. Όσο για το παζάρι των Μοιρών, στη σημερινή εποχή, φαίνεται να έχει «εκσυγχρονιστεί». Παρόλα αυτά συνεχίζεται να προσφέρεται από πλανόδιους πωλητές κανελάδα με χιόνι του Ψηλορείτη καθώς και οι νόστιμες χοιρινές μπριζόλες από τα ψητοπωλεία του Τσικριτζή, και παλιότερα του Σαβογιώργη, του Σαμιώτη και του Βεΐση, συνοδευόμενες πάντα με καλό κρασί. Ως προς τους πάγκους τα πράγματα έχουν πάρει άλλη τροπή. Μην περιμένετε να δείτε τον πλανόδιο πωλητή ειδών ρουχισμού και ιματισμού, τον εκ Μητροπόλεως ορμώμενο Κιούλμπαλη, παρέα με το γάιδαρό του!
Το παζάρι των Μοιρών, τα τελευταία είκοσι χρόνια συνηθίζουν να το κατακλύζουν αθίγγανοι και άλλοι ετεροεθνείς πωλητές, παρουσιάζοντας την πραμάτεια τους προσπαθώντας να πείσουν ακόμα και τον πιο δυσκολόπιστο αγοραστή. Και η ζωή συνεχίζεται !
Οι μέρες περνούν, τα χρόνια αλλάζουν, μαζί οι συνήθειες και οι παραδόσεις. Όμως αυτό που δεν πρόκειται ποτέ να ξεχαστεί είναι το Μοιριανό παζάρι. Τόπος συνάντησης, σημείο αναφοράς, θύμησες και μνήμες ενός παλιού καλού αλλοτινού καιρού!



[1] Μαρτυρίες από τον παππού μου Γεώργιο Ζαχαριουδάκη,  ετών 84, Μοίρες 1985
[2] Ανόρθωσις, Ηράκλειο, Έτος 10ο , 20-5-1925, αρ.φυλ. 954, σελ.1





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου