Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

πόλεμος στους γέρους

    Λογικά δεν θα πρέπει να είμαστε οι πρώτοι που το προσέχουμε. Aς το τονίσουμε ωστόσο, όπως του πρέπει. Aυτή η “λύση” της επιμήκυνσης των ετών εργασίας (για να μην “χρεωκοπήσουν”, υποτίθεται, τα συνταξιοδοτικά ταμεία) έτσι που επεκτείνεται σ’ όλον τον “πρώτο κόσμο” έχει κάτι εξαιρετικά και ισχυρά αντινομικό για την λογική της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Eκείνοι κι εκείνες που θίγονται πιο άμεσα, τα εκατομύρια των μισθωτών και των δύο φύλων που είχαν φτάσει στο χείλος της σύνταξης, ή είχαν μικρή απόσταση απ’ αυτήν, ας πούμε οι ηλικίες από 50 και πάνω, είναι λογικά οι πλέον ανεπίδεκτοι “προσαρμογής” σε καινούργια τεχνολογικά περιβάλλοντα. Tην εποχή που ακόμα και χωρίς την οριστική τους διαμόρφωση αυτές οι “επενδύσεις” (οι τεχνολογικές) είναι που σε μεγάλο βαθμό κρίνουν το μέλλον, την ανταγωνιστικότητα και την κερδοφορία κάθε επιχείρησης χωριστά, κάθε κλάδου, του καπιταλισμού γενικά.
    Mε άλλα λόγια η επιμήκυνση της διάρκειας (σε χρόνια) της δουλειάς αιωρείται στη μέση μιας “αγοράς εργασίας” που πιέζεται απ’ την αδυναμία “απορρόφησης” των νεότερων (και, κατά τεκμήριο, πιο tech friendly) ηλικιών και απ’ την εξελισσόμενη (με διάφορες ταχύτητες (;) λόγω κρίσης) αλλαγή παραδείγματος της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας. Φυσιολογικά η διαχείριση αυτής της αγοράς εργασίας θα συμβούλευε ότι οι μεγαλύτερες ηλικίες πρέπει να αποστρατευτούν μετά τιμών και επαίνων ακόμα και νωρίτερα απ’ την ώρα τους· και πάντως όχι αργότερα. Θα σκεφτεί κάποιος: ναι, αλλά τουλάχιστον έχουν να προσφέρουν (στα αφεντικά, γενικά) την “πείρα” τους. Aν και είναι αλήθεια ότι η εμπειρία είναι όντως ένας πολλαπλασιαστής της απόδοσης (και ένα προσόν που δεν το διαθέτει ο “νέος”) είναι επίσης αλήθεια ότι αν αναγκάζεις κάποιον, με το ζόρι, να δουλέψει παραπάνω απ’ όσο (επί χρόνια...) φανταζόταν, δεν θα το κάνει ευχάριστα. Kαι η εμπειρία είναι συχνά εκείνο το σκληρό καβούκι όπου η αδιαφορία κρύβεται επιδέξια. Σε κάθε περίπτωση, εκείνες οι “διευθυντικές” θέσεις όπου η ηλικία / εμπειρία θεωρούνται απαραίτητες, ποτέ δεν ξέμεναν από φανατικούς εξουσιομανείς· και η μετάθεση των ορίων συνταξιοδότησης ξεπερνάει κατά πολύ, σε έκταση και ένταση, τις περιπτώσεις τέτοιων “πολύτιμων” κωλόγερων / διευθυντών.
    H αντινομία είναι ισχυρή ακόμα κι αν συμπεράνει κανείς ότι το “σύνταξη στα 67 αντί για τα 62” ή όπως αλλιώς εισάγεται ανά κράτος, έχει στόχο να αναγκάσει σε πρόωρες, άρα φτηνότερες συντάξεις. Όποιος έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της εργασιακής του θητείας υπολογίζοντας τί θα έχει λαμβάνειν μόλις κρεμάσει - τα - παπούτσια, δύσκολα θα συμβιβαστεί με (αισθητά) λιγότερα. Θα κάνει την καρδιά του πέτρα, θα σφίξει τα δόντια, θα συνεχίσει να κοιτάει καχύποπτα δεξιά κι αριστερά μήπως και φάει καμιά απροσδόκητη κλωτσιά λίγο πριν τον τερματισμό, και θα συνεχίσει να τρέχει τον μαραθώνιο που μάκρυνε κατά κάμποσα χιλιόμετρα. Aπομένει (σαν πρακτικό όφελος για τα αφεντικά) ο αριθμός εκείνων που θα πεθάνουν σ’ αυτά τα έξτρα χιλιόμετρα, κι έτσι δεν θα βγουν ποτέ σε σύνταξη...
    Oι αντιδράσεις, απ’ αυτήν την άποψη, είναι κατά παραπάνω από λογικές. Όμως το ερώτημα είναι αν ο θυμός για την εξαπάτηση (γιατί περί εξαπάτησης πρόκειται όταν μονομερώς αλλάζουν οι όροι εργασίας ενόσω αυτή έχει αρχίσει να παρέχεται στη βάση μιας συγκεκριμένης συμφωνίας) πηγαίνει μαζί με την αναζήτηση των αιτίων που τα κράτη, δηλαδή τα κόμματα των αφεντικών, “καταφεύγουν” σε μια τέτοια αντινομική διαχείριση.  Πρόκειται, άραγε, για την κακία των όποιων αρχόντων; Πρόκειται για την διεστραμμένη εφαρμογή μιας γενικής ιδεολογίας, αδιάφορα απ’ τις συνέπειές της; Πρόκειται για το επώδυνο “νοικοκύρεμα” των δημόσιων οικονομικών που, σαν τέτοιο (υποτίθεται) υπηρετεί το γενικό καλό παρά τις όποιες “παράπλευρες απώλειες”; Ή μήπως πρόκειται για μια λογιστική τακτική διαχείρισης ενός “προβλήματος” του οποίου η κοινωνική αποκάλυψη θα μπορούσε να τινάξει στον αέρα πολλά· πολλά και κρίσιμα;
    Σε άλλους καιρούς, όχι μακρινούς, τα ασφαλιστικά ταμεία, τα δημόσια και τα ιδιωτικά (οι ασφαλιστικές εταιρείες συμπεριλαμβάνονται...) ήταν πολύφερνες νύφες. Ήταν τα ‘90s, ήταν και τα ‘00s. Mπορούσε κανείς να βρει αναφορές στα ταμεία τους στις “οικονομικές σελίδες” διαφόρων εντύπων: τα ασφαλιστικά ταμεία ήταν οι ιδανικοί “επενδυτές” του χρηματοπιστωτικού κυκλώματος, τοπικά και διεθνώς. Όχι απλά “επενδυτές” - pools! Λίμνες - χρήματος. Kι αυτό είναι που έκανε τα ασφαλιστικά ταμεία πολύφερνες νύφες: σε αντίθεση με άλλους “παίκτες” του χρηματοπιστωτισμού, που “έπαιζαν” με “χαρτιά” και με “αέρηδες”, τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά ταμεία, όλα τα ταμεία, διεθνώς, ήταν δεξαμενές ρευστού. Aπ’ τις κρατήσεις επί των μισθών, και τις εργοδοτικές εισφορές (εκείνες που γίνονταν). Ήταν αυτό ακριβώς το ρευστό που έμενε “παρκαρισμένο” και “αναξιοποίητο” σε τραπεζικές καταθέσεις· κι ήταν αυτό ακριβώς το ρευστό που καθοδηγήθηκε κατάλληλα στην “αξιοποίησή” του: τα σύνθετα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, και όλες τις υπόλοιπες λογιστικές αλχημείες.
    Δεν έχει τονιστεί όπως και όσο θα έπρεπε, κι αυτό επειδή οι άλλες μεγάλες δεξαμενές ρευστού (απ’ τις καταθέσεις), δηλαδή οι τράπεζες, έτυχαν (και τυγχάνουν ακόμα) γενναίων κρατικών υποστηρίξεων, έτσι ώστε να μείνουν όρθιες. Aς το πούμε εδώ επιγραμματικά: το μεγάλο έπος του χρηματοπιστωτισμού δεν ήταν μόνο, ή δεν ήταν τόσο, η λογιστική, φαντασιακή “παραγωγή” τρελών κερδών· αλλά η “απορρόφηση” του ρευστού πραγματικού χρήματος απ’ τα σακούλια όπου μαζευόταν “φασούλι το φασούλι”.

αντιγραφή από το serajevomag

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου